ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΓΚΡΙΜ, έκδοση 1812. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΝΙΚΟΣ ΔΡΟΣΑΚΗΣ

Δίπλα σε ένα μεγάλο δάσος, ζούσε ένας φτωχός ξυλοκόπος. Δε μπορούσε να βγάλει το ψωμί για τη γυναίκα του και τα δύο παιδιά του, τον Χάνσελ και την Γκρέτελ. Και δεν ήξερε πού να στραφεί για βοήθεια.

Μια μέρα, όπως ήταν ξαπλωμένος, σκοτισμένος με τα προβλήματα του, η γυναίκα του του είπε: «Άκουσε, άντρα μου, αύριο το πρωί, πάρε τα δύο παιδιά, δώσε τους ένα κομματάκι ψωμί, κι ύστερα οδήγησε τα στη μέση του δάσους, άναψε τους φωτιά, κι άφησε τα εκεί. Γιατί δε μπορούμε πια να τα τρέφουμε.»

«Όχι, γυναίκα», απάντησε ο άντρας, «δε μπορώ εγώ να εγκαταλείψω τα παιδιά μου στα άγρια θηρία, θα τα κατασπαράξουν».

«Αν δεν το κάνεις», είπε η γυναίκα, «θα πεινάμε όλοι μαζί». Και δεν τον άφηνε σε ησυχία, ώσπου εκείνος δέχτηκε.

«Λυπάμαι πολύ τα καημένα παιδιά», είπε ο άντρας.

Τα παιδιά, που δε μπορούσαν να κοιμηθούν από την πείνα,  άκουσαν τα λόγια της μητέρας. Η Γκρέτελ σκέφτηκε πως ήταν καταδικασμένη και άρχισε να κλαίει απαρηγόρητη, αλλά ο Χάνσελ της είπε: «Μην κλαις, Γκρέτελ. Ξέρω, τι θα κάνω».

Ο Χάνσελ σηκώθηκε, φόρεσε το πανωφόρι του, άνοιξε το μικρό πορτάκι και σύρθηκε έξω. Το φεγγάρι έλαμπε φωτεινό, τα άσπρα βότσαλα στη γη, άστραφταν σαν ασημένια νομίσματα. Έσκυψε, γέμισε τις τσέπες του πανωφοριού του, ύστερα, γύρισε στο σπίτι και είπε: «Μην ανησυχείς, Γκρέτελ. Κοιμήσου ήσυχα.»  Έπεσε στο κρεβάτι του κι αποκοιμήθηκε.

Το πρωί, η μητέρα τους ξύπνησε πριν ανατείλει ο ήλιος, «Σηκωθείτε παιδιά. Θα πάμε στο δάσος. Πάρτε ένα κομματάκι ψωμί. Προσέξτε, μην το φάτε όλο, πριν το μεσημέρι.»

Η Γκρέτελ έβαλε το ψωμί κάτω από την ποδιά της, γιατί οι τσέπες του Χάνσελ ήταν γεμάτες πέτρες. Και ξεκίνησαν για το δάσος. Στο δρόμο, ο Χάνσελ σταματούσε ξανά και ξανά, κοιτώντας πίσω προς το σπίτι. Ο πατέρας είπε, «Χάνσελ, γιατί σταματάς και κοιτάς πίσω; Έχε το νου σου να περπατάς μαζί μας.»

 ”Πατέρα, κοιτάζω την άσπρη γάτα που κάθεται στη στέγη και με αποχαιρετά».

Η μητέρα είπε: «Ανόητε, δεν είναι η γάτα. Είναι ο ήλιος που λάμπει το πρωί πάνω απ’ την καμινάδα.” Όμως, ο Χάνσελ δεν κοίταζε τη γάτα, αλλά το βότσαλα που είχε αφήσει από την τσέπη του πάνω στο μονοπάτι.
Όταν έφθασαν στη μέση του δάσους, ο πατέρας είπε, “Παιδιά μαζέψτε λίγα ξύλα, εγώ θα ανάψω φωτιά για να μην παγώσουμε.»
Ο Χάνσελ κι η Γκρέτελ μάζεψαν μερικά κλαδιά, κι έφτιαξαν ένα σωρό τόσο ψηλό, όσο ένα μικρό βουνό.
Έβαλαν φωτιά στα ξύλα, κι όταν οι φλόγες είχαν ανάψει καλά, η μητέρα είπε: «Ξαπλώστε τώρα κάτω απ’ τη φωτιά και κοιμηθείτε. Εμείς θα πάμε στο δάσος να κόψουμε δέντρα. Περιμένετε ώσπου να ‘ρθουμε πίσω να σας πάρουμε.»
Τα παιδιά κάθισαν δίπλα στη φωτιά μέχρι το μεσημέρι, ύστερα έφαγαν το ψωμί τους.
Έμειναν εκεί ως το βράδυ. Η μητέρα κι ο πατέρας δεν επέστρεψαν και κανένας δεν ήρθε να τους πάρει.
Όταν νύχτωσε, η Γκρέτελ έβαλε τα κλάματα, αλλά ο Χάνσελ της είπε: «Περίμενε λίγο να βγει το φεγγάρι.»
Μόλις βγήκε το φεγγάρι, πήρε την Γκρέτελ απ’ το χέρι. Τα βότσαλα ήταν εκεί, σα νομίσματα αστραφτερά που μόλις είχαν κοπεί. Αυτά τους έδειξαν το δρόμο. Περπάτησαν όλη τη νύχτα κι ώσπου να ξημερώσει, είχαν γυρίσει στο σπίτι.
Η χαρά του πατέρα ήταν μεγάλη, όταν είδε ξανά τα παιδιά του. Δεν ήθελε να τα αφήσει μόνα τους. Η μητέρα προσποιήθηκε πως ήταν χαρούμενη, αλλά ήταν πολύ θυμωμένη.
Δεν πέρασε πολύς καιρός, το ψωμί στο σπίτι είχε τελειώσει, ακόμα μια φορά. Κι ένα βράδυ ο Χάνσελ και η Γκρέτελ άκουσαν τη μητέρα να λέει στον πατέρα, “Τα παιδιά βρήκαν τον δρόμο για το σπίτι μια φορά, το επέτρεψα να συμβεί, αλλά πάλι μας έμεινε μόνο μισό καρβέλι. Αύριο πρέπει να τα πάμε πιο βαθιά στο δάσος -δε θα μπορέσουν έτσι να βρουν το δρόμο τους. Διαφορετικά ελπίδα δε μας απομένει.»
Ο πατέρας ήταν πολύ στεναχωρημένος. Σκέφτηκε να τους μοιράσει το τελευταίο κομμάτι ψωμί, αλλά το είχε κάνει ήδη μια φορά και δεν τολμούσε να το πει στη γυναίκα του.

Ο Χάνσελ κι η Γκρέτελ άκουσαν τη συζήτηση των γονιών τους. Ο Χάνσελ σηκώθηκε πάλι να μαζέψει βότσαλα, αλλά η πόρτα ήταν κλειδωμένη. Όμως, και πάλι, έδωσε θάρρος στη Γκρέτελ, λέγοντας της: «Μην ανησυχείς, ο θεός θα μας βοηθήσει».

Νωρίς, το επόμενο πρωί, τους έδωσαν από ένα κομμάτι ψωμί, πιο μικρό αυτή τη φορά . Στο δρόμο, ο Χάνσελ έβαζε το χέρι στην τσέπη του, σταματούσε, κι έριχνε ψίχουλα στο έδαφος. «Γιατί, συνέχεια, σταματάς και κοιτάζεις τριγύρω», του είπε ο πατέρας: «Προχώρησε και κοίτα μπροστά σου».

«Κοιτάζω το περιστέρι που κάθεται στην οροφή και με αποχαιρετά».
«Ανόητε, δεν είναι το περιστέρι αυτό. Είναι ο πρωινός ήλιος πάνω απ’ την καμινάδα». Κι ο Χάνσελ θρυμμάτισε το ψωμί του και το έριξε κομματάκια στο μονοπάτι.
Η μητέρα τους πήρε πιο βαθιά μέσα στο δάσος από ό, τι είχαν πάει ποτέ. Εκεί τους είπαν να κοιμηθούν μπροστά σε μια μεγάλη φωτιά, και οι γονείς τους θα έρχονταν να τους πάρουν το βράδυ.
Το μεσημέρι η Γκρέτελ μοίρασε το ψωμί της με τον Χάνσελ, επειδή εκείνος το είχε κόψει σε όλη τη διαδρομή. Το μεσημέρι πέρασε, και το βράδυ πέρασε, κανένας δεν ήρθε να πάρει τα καημένα παιδιά.
Ο Χάνσελ παρηγόρησε την Γκρέτελ λέγοντας της: «Περίμενε να βγει το φεγγάρι, να δούμε τα ψίχουλα του ψωμιού που έριξα, να μας δείξει το δρόμο για το σπίτι.»
Το φεγγάρι ήρθε, αλλά όταν ο Χάνσελ κοίταξε για τα ψίχουλα, είχαν εξαφανιστεί. Χιλιάδες πουλιά στο δάσος τα είχαν τσιμπήσει.
Ο Χάνσελ σκέφτηκε ότι θα ήταν ακόμα σε θέση να βρει το δρόμο για το σπίτι, κι αυτός και η Γκρέτελ που ορίζοντα, αλλά σύντομα έγινε χαθεί εντελώς στη μεγάλη έρημο.

Περπάτησαν μέσα στη νύχτα κι όλη την επόμενη μέρα, και μόλις, κουράστηκαν, αποκοιμήθηκαν. Περπάτησαν άλλη μια μέρα, αλλά δεν μπόρεσαν να βρουν το δρόμο τους έξω από το δάσος. Ήταν τρομερά πεινασμένοι, είχαν φάει μόνο λίγα μικρά μούρα που βρήκαν στο έδαφος.

Την τρίτη μέρα περπάτησαν μέχρι το μεσημέρι, φτάσανε σ’ ένα μικρό σπίτι, χτισμένο ολόκληρο από ψωμί, η στέγη του ήταν από κέικ, τα παράθυρα του από ζάχαρη.
«Ας κάτσουμε, να φάμε εδώ, να χορτάσουμε», είπε ο Χάνσελ. «Θα φάω εγώ από τη στέγη, εσύ θα φας απ’ το παράθυρο. Είναι γλυκό, θα σου αρέσει.»
Ο Χάνσελ είχε φάει ήδη ένα κομμάτι από τη στέγη κι η Γκρέτελ είχε φάει μερικά τζάμια από ζάχαρη, και είχε μόλις σπάσει ένα άλλο κομμάτι, όταν άκουσε μια απαλή φωνή φωνάζει από μέσα:
«Ροκανίζει, ροκανίζει, το μικρό ποντίκι,
Ποιος ροκανίζει το σπίτι μου;»
Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ ήταν τόσο φοβισμένοι που αυτό που κρατούσαν έπεσε απ’ τα χέρια τους, αμέσως είδαν μια κοντή γυναίκα, τόσο γριά όσο και οι λόφοι, να σέρνεται έξω από την πόρτα.
Κούνησε το κεφάλι της: «Ω, τα καλά μου παιδιά. Ελάτε μαζί μου μέσα, και θα είστε μια χαρά.»
Τα πήρε από το χέρι και τα οδήγησε στο σπίτι της, τους έφτιαξε ένα καλό γεύμα: τηγανίτες με ζάχαρη, μήλα και καρύδια. Έπειτα, τους ετοίμασε δύο ωραία κρεβάτια.
Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ πήγαν για ύπνο. Νόμιζαν πως είναι στον παράδεισο. Όμως, η γριά ήταν μια κακιά μάγισσα, που περίμενε εκεί τα παιδιά. Είχε φτιάξει το σπίτι της από ψωμί, για να τους παρασύρει, κι όταν έπιανε ένα, το σκότωνε, το μαγείρευε και το έτρωγε. Κι έτσι σήμερα ήταν για εκείνην μια μέρα γιορτής. Τόσο χαρούμενη ήταν που τα παιδιά είχαν βρει το δρόμο τους σ’ εκείνη.
Πριν ξυπνήσουν, νωρίς το πρωί, πήγε στο κρεβάτι τους και τα κοίταξε, κοιμόνταν τόσο ειρηνικά. «Μια καλή μπουκιά», σκέφτηκε.
Άρπαξε τον Χάνσελ και τον έκλεισε σ’ ένα μικρό στάβλο. Όταν εκείνος ξύπνησε, ήταν μέσα σ’ ένα κλουβί, κλειδωμένος σα σκυλάκι, λίγα βήματα μόνο μπορούσε να κάνει. Έπειτα έσπρωξε την Γκρέτελ, φωνάζοντας: «Σήκω πάνω, τεμπέλα! Φέρε νερό. Πήγαινε στην κουζίνα να μαγειρέψεις να φάμε. Ο αδελφός σου είναι κλειδωμένος στο στάβλο. Θέλω να τον παχύνεις, κι όταν γίνει χοντρός θα τον φάω.  Για την ώρα, τάισε τον.»

(συνεχίζεται)

Ηθοποιός, θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης Actor, Playwright, Director
ΝΙΚΟΣ ΔΡΟΣΑΚΗΣ

Leave a Reply

UA-25689114-1